σαλάτα

η, Ν
είδος εδέσματος, ορεκτικού ή συμπληρωματικού τού κυρίως φαγητού, που παρασκευάζεται από ποικίλα προϊόντα, κυρίως από ωμά ή βρασμένα λαχανικά ή και από άλλα εδώδιμα, και στο οποίο προστίθενται διάφορα αρτυματικά, λάδι, ξίδι ή λεμόνι, καθώς και διάφορες σάλτσες (α. «πράσινη σαλάτα» β. «ρωσική σαλάτα»)
2. συνεκδ. ανακάτεμα διαφορετικών πραγμάτων
3. μτφ. περιπεπλεγμένη, ανώμαλη κατάσταση
4. φρ. α) «γίνανε σαλάτα» — τσακώθηκαν, μάλωσαν β) «τά 'κανε σαλάτα»
μτφ. μπέρδεψε τόσο πολύ την κατάσταση με την ανάμιξή του, ώστε να είναι δύσκολη η τακτοποίησή της, προκάλεσε πολλές ή και αξεπέραστες δυσκολίες ή ανωμαλίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. in-salata (< λατ. sal, salis «αλάτι»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαλάτα — η (λ. ιταλ.) 1. ορεκτικό έδεσμα από λαχανικά ωμά ή βραστά. 2. μτφ., μπέρδεμα, ανακάτωμα: Τα έκανες σαλάτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαλάτα — [салата] ουσ. Θ. салат …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Greek salad — Greek salad. Greek salad (Greek χωριάτικη σαλάτα [xorˈjatiki saˈlata] rustic salad or θερινή σαλάτα [θeriˈni saˈlata] summer salad ) is a summer salad in Greek cuisine. Greek salad is made with pieces of tomatoes, sliced …   Wikipedia

  • Ensalada griega — χωριάτικη σαλάτα. La ensalada griega (en griego: χωριάτικη σαλάτα) es una ensalada elaborada en Grecia con los ingredientes característicos de este país. La ensalada original está elaborada de tomate, pepino, pimiento y cebolla roja, todo ello… …   Wikipedia Español

  • αγγουροντοματοσαλάτα — η σαλάτα από αγγούρι και ντομάτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγούρι + ντομάτα + σαλάτα] …   Dictionary of Greek

  • αγγουροσαλάτα — η σαλάτα από αγγούρι, λάδι και ξίδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγούρι + σαλάτα] …   Dictionary of Greek

  • σαλατικό — το, Ν 1. κάθε λαχανικό ή οποιοδήποτε άλλο είδος εδωδίμου που χρησιμεύει για την παρασκευή τής σαλάτας 2. (κατ επέκτ.) η σαλάτα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού ουδ. ενός επιθ. *σαλατικός (< σαλάτα)] …   Dictionary of Greek

  • σαλατικό — το 1. λαχανικό κατάλληλο για σαλάτα. 2. σαλάτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Bauernsalat — Griechischer Salat Griechischer Salat, auch Bauernsalat oder Choriatiki (griechisch χωριάτικη σαλάτα), ist eine Vorspeise der griechischen Küche. Er besteht in seiner einfachsten Variante aus Gurken, Tomaten, grünen Paprika, Oliven, Schafskäse… …   Deutsch Wikipedia

  • Choriatiki Salata — Griechischer Salat Griechischer Salat, auch Bauernsalat oder Choriatiki (griechisch χωριάτικη σαλάτα), ist eine Vorspeise der griechischen Küche. Er besteht in seiner einfachsten Variante aus Gurken, Tomaten, grünen Paprika, Oliven, Schafskäse… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.